επιτροπεύσιμος

επιτροπεύσιμος
ος , ον подлежащий опеке

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "επιτροπεύσιμος" в других словарях:

  • επιτροπεύσιμος — η, ο (Α ἐπιτροπεύσιμος, ον) [επιτροπεύω] αυτός που χρειάζεται να επιτροπευθεί, που έχει ανάγκη επιτροπείας …   Dictionary of Greek

  • επιτροπεύσιμος, -η — ο που μπορεί να επιτροπευτεί, που είναι ανάγκη ή αξίζει να επιτροπεύεται …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»